Τρίτη, 7 Ιουλίου 2020

ΤΕΛΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗΣ "Ψυχαγωγία και συντροφιά για όλη την οικογένεια"

Την άλλη μέρα ο Λάμπρος και η αδελφή του είπαν στη μαμά τους ότι θα πάνε για χόρτα και πήγανε στο πολυβολείο. Στην είσοδό του είχε ένα σκάμμα, το οποίο ήταν στηριγμένο με ξερολιθιά. Τα άγρια χόρτα και κυρίως οι αγκαθωτοί θάμνοι, σαν τα μαλλιά  -«αφάνες» τα λέγανε στο χωριό της  μαμάς, αστοιβές ή  αστοιβιές  στο χωριό του μπαμπά- σε ξεγελούσαν, αλλά -το μάτι του Λάμπρου το είχε παρατηρήσει- στο μέσα μέρος αυτού του σκάμματος υπήρχε μια μικρή πορτίτσα κρυμμένη από ένα παλιοβάρελο, που απ’ τη σκουριά είχε γίνει ένα με τους βράχους… Αετίσιο μάτι ο μικρός…

Τα παιδιά πήραν κάτι παλιόξυλα από τον φράκτη και μ’ αυτά, αφού χτύπησαν τα αγκάθια, άνοιξαν δρομάκο, παραμέρισαν το βαρέλι και μπήκαν προσεκτικά μέσα. Είχε πολύ φως, μπροστά το πολυβολείο είχε δυο τεράστια παράθυρα -από κει θα ’βγάζαν τα πολυβόλα- κι από πάνω, στη μέση, είχε μια τρύπα.  Την τρύπα κάποιος στο παρελθόν είχε προσπαθήσει να φράξει με ένα κομμάτι μουσαμά, αλλά τώρα ο μουσαμάς κρεμόταν μισοσαπισμένος. Κάποιος στο παρελθόν είχε ανάψει και φωτιά σε μια γωνιά. Ήταν σίγουρο ότι κάποιοι είχαν ζήσει εδώ σε διαφορετικές εποχές. Ένα μεγάλο καφάσι, παλιό, ξύλινο, ένα σιδερένιο μπιτόνι  που έγραφε «Ύδωρ». Στον τοίχο διάφορες επιγραφές : “ΓΙΩΡΓΟΣ + ΑΝΝΑ = LOVE” -και καρδούλες-, «Ζήτω το Πολυτεχνείο» ... “Punks not dead  και ιταλικά “desiderare vivere” .  Συγκράτησαν αυτές τις επιγραφές  κι έμαθαν πολλά για το παρελθόν, όταν αργότερα ρώτησαν τους μεγάλους. Ειδικά εκείνον τον Ιταλό φανταράκο που ευχόταν να ζήσει κατά την διάρκεια της Κατοχής, τον έβλεπαν μπροστά τους...

Με την βοήθεια του μπιτονιού και του μουσαμά ανέβηκαν από την τρύπα πάνω από το πυροβολείο.  Η μαμά είχε δίκιο:  Ένα μέτρο και μετά το απόλυτο κενό.

Η Έλλη σάστισε: «Μην κάνεις βήμα!» .

«Δεν είναι μαγεία;» ρώτησε ο Λάμπρος.

«Ναι, αλλά μην κάνεις βήμα και πάμε γρήγορα κάτω.»

Είχε δίκιο η μαμά της. Δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι ο Λάμπρος δεν θα πάει να κοιτάξει τον γκρεμό. Όμως υπάκουσε. Ίσως να φοβήθηκε κι αυτός. Τα παιδιά κατέβηκαν ήσυχα. Σχεδόν βουβά βγήκαν έξω.

«Να μαζέψουμε δυο χόρτα να μην προδωθούμε.»

Αργότερα όμως είπαν στους γονείς τους την περιπέτεια, καθώς ήθελαν να μάθουν για τα συνθήματα και την Ιστορία. Ο μπαμπάς τους απλά τους είπε ότι το νησάκι ήταν φρούριο των Ιταλών και των Γερμανών μετά τον καιρό της κατοχής και ότι έρχονται διάφοροι με βάρκες τα καλοκαίρια... Η μαμά μπορούσε να καταλάβει τα ιταλικά. Ο στρατιώτης που το έγραψε επιθυμούσε πολύ να ζήσει.

«Οι Punk ήταν κάποιοι νεολαίοι της εποχής μας με περίεργα μαλλιά που άκουγαν τα δικά τους τραγούδια...»

«Ο μπαμπάς σου για ένα διάστημα το έπαιζε Punk… Γρήγορα όμως το άλλαξε στα λαϊκά…»

«Λοιπόν παιδιά φαίνεται να ηρεμεί ο καιρός. Μάλλον αύριο θα έρθει το καραβάκι. Φεύγουμε!»

«Ωχ πάλι σχολείο. Καλά ήμουν εδώ σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο», είπε ο Λάμπρος.

«Δεν θέλεις να δεις τους φίλους σου;» τον ρώτησε η αδελφή του.

«Ε, ναι… Ας πάμε!» απάντησε ο Λάμπρος κάπως βαριά και μετά θυμήθηκε τον φίλο του, τον Γιώργο κι όλα αυτά που είχε να του πει και άρχισε να ανυπομονεί για την επιστροφή…  

Τα παιδιά θα θυμούνται για πάντα αυτή την περιπέτεια!

 

Ευχαριστούμε την Ζ ,τον Π, τη Φ  και την Δ για την βοήθεια.



Οπότε η ολοκληρωμένη ιστορία μας έχει ως εξής:


«Οι αποκλεισμένοι στο νησάκι του Φάρου»



Ο Λάμπρος σηκώθηκε νωρίς, ετοίμασε το σακίδιό του με τα βασικά: σύνεργα ψαρέματος, τα βιβλία της Δευτέρας, τον στρατιωτικό φακό του, που είχε κερδίσει στους προσκόπους, και πολλά άλλα…

Ήταν χαρούμενος. Ο μπαμπάς του είχε να κάνει τη συντήρηση του Φάρου στο νησάκι τριάντα ναυτικά μίλια μακριά και επειδή ήταν σαββατοκύριακο, θα

πήγαιναν μαζί όλη η οικογένεια, όπως το είχαν ξανακάνει... Θα βοηθούσε τον πατέρα, θα του έδινε τα εργαλεία δηλαδή, και εκείνος θα του εξηγούσε πως δούλευαν τα αυτοματοποιημένα μηχανήματα.

Θα ψάρευε με το σπαστό του καλάμι και θα έπαιζαν taboo όλη η οικογένεια μέσα στη μεγάλη σάλα, στη βάση του Φάρου. Κυριακή απόγευμα θα τους έπαιρνε το καΐκι να τους ξαναπάει στην παραλιακή τους πόλη...

Η αδελφή του γκρίνιαζε στη μάνα του : «Εγώ θέλω να πάω στη γιαγιά. Το βράδυ θέλω να πάω βόλτα με την Ελένη...»

«Όχι! Καιρό είχαμε να κάνουμε ως Οικογένεια κάτι όλοι μαζί!»

Ήλπιζε ότι θα προτείνει η μαμά του να πάρουν και την Ελένη μαζί αλλά η μαμά δεν το είπε -του άρεσε πολύ η φίλη της αδελφής του, η «ψηλομύτα»-.

Τέλος πάντων… Ελένη, δεν έχει… Είχε αυτά τα κολλήματα η μαμά με την οικογένεια.

Εξάλλου, η δουλειά του μπαμπά με τις συντηρήσεις τον έκανε να λείπει συχνά. Ήταν ευκαιρία να τον δούνε. Μπήκαν στο σκάφος νωρίς το πρωί. Όλοι μαζί κι ο σκύλος τους, ο Φρίξος. Η εργαλειοθήκη του μπαμπά, το φορητό ψυγειάκι πάγου με τα φαγητά και τα σακίδια τους. Αν και Μάρτης ακόμα, ο καιρός ήταν υπέροχος. Η μαμά επέμενε να βάλουν αντηλιακό και καπέλα.. «Βρε, δεν καίει ο ήλιος τέτοια εποχή!», σκέφτηκε ο Λάμπρος.

Κατά τις εννιά μισή το πρωί έφτασαν. O Φάρος παλιά κατοικούνταν από τέσσερις ανθρώπους φρουρά, γι’ αυτό είχε όλες τις ανέσεις. Είχε κουζίνα, κρεβάτια και «ξηρά τροφή» για αρκετό καιρό, γιατί, αν και ήταν αυτόματος, σε περίοδο επιστράτευσης υπήρχε πρόνοια να πάει φρουρά ξανά. Άσε που οι συντηρητές -επισκέπτες και οι επιθεωρητές πήγαιναν συχνά…

Μέχρι το απόγευμα ασχολούνταν με τον μπαμπά.. «Αύριο θα διαβάσεις να γίνεις μηχανικός του Πολυτεχνείου, να κάθεσαι σε γραφεία, όχι σαν κι εμένα να σε τρώει η θάλασσα και τ’ άλλα ταξίδια!»

Την άλλη μέρα θα σηκωνόταν πρωί για να ψαρέψει -είχε πει στον πατέρα του να τον ξυπνήσει- και μετά θα έκανε τα μαθήματα. Είχε κι αυτά... Προς το παρόν έβλεπε από το παράθυρό του όλα τα αστέρια, όταν ο Φάρος ήταν από την άλλη πλευρά... Και μετά φως και μετά αστέρια και κοιμήθηκε…

 Το χάραμα τον ξύπνησε το βουητό του αέρα. Ο καιρός άλλαξε δραματικά. Λες να μην μπορούν να φύγουν το απόγευμα και να γλιτώσει το σχολείο την Δευτέρα; Είχε ξαναγίνει μια φορά… Ήταν τυχερός... Ο μπαμπάς τους ανακοίνωσε στο πρωινό πως μάλλον δεν θα φύγουν απόψε. Είχε επικοινωνήσει το Ναυτικό. Αν ήταν καλός ο καιρός, τη Δευτέρα, ίσως… Μπορεί και παραπάνω μέρες! «Γουάου!..Γες!». Η Έλλη, η αδελφή του, λέει ότι θα βαρεθεί, δεν έχει δεδομένα εκεί, ούτε wifi… Μόνο με τα μηχανήματα του μπαμπά θα μπορούσε για λίγο να συνδεθεί αλλά αυτό δεν το ήθελε…

 Ωχ, θα φάμε πολλές οικογενειακές στιγμές στη μάπα», σκεφτόταν η Έλλη το πρωί της Δευτέρας στο τραπέζι, όταν τους ανακοίνωσε ο μπαμπάς τα νέα. Της ερχόταν να δώσει ένα χαστούκι στον Λάμπρο για τη μεγάλη χαρά που ένιωθε.  

Έλεγε συνέχεια στον εαυτό της «υπομονή».  
«Λάμπρο, σταμάτα να ξεφωνίζεις σαν μωρό», τον μάλωσε. «Μου πήρες  τ’ αυτιά».  
Η  μαμά τους πρότεινε να πάνε μια βόλτα στην παραλία να μαζέψουν κοχύλια, όπως έκαναν κι άλλες φορές, για να γεμίσουν το μπουκαλάκι τους. Ο μπαμπάς ξεκίνησε νωρίτερα για τη δουλειά της συντήρησης. Δεν ήξερε όμως πότε θα τελείωνε.  

Η Έλλη ακολούθησε τη μαμά. Δεν είχε και άλλη επιλογή.  Η μαμά στον δρόμο φαινόταν πολύ χαρούμενη. Είχε σχέδια… Είχε νωρίτερα θυμηθεί, όταν ο γιος της ήταν στο νηπιαγωγείο, που η νηπιαγωγός είχε προγραμματίσει να μάθει στους μαθητές της τα συναισθήματα.  Πόσο πολύ βοήθησε τα παιδιά και την οικογένειά τους αυτό το πρόγραμμα. Το κάθε παιδί έμαθε να δίνει όνομα σ’ αυτό που αισθάνεται, να το αιτιολογεί και να το εξωτερικεύσει. Βοηθήθηκαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας έτσι άμεσα. 

Είχε έπειτα θυμηθεί και τη «Σχολή Γονέων» που είχε παρακολουθήσει και εκείνη τη φορά που ρώτησαν οι συντονιστές τους γονείς, τι χρειάζεται ένα παιδί για να μεγαλώσει καλά. Οι απαντήσεις -γύρω από τον κύκλο που είχαν σχηματίσει στην αίθουσα- έπεφταν βροχή: «Αγάπη» ο ένας έλεγε, «υγιεινό περιβάλλον» ο άλλος… Πολλές απαντήσεις κι όλες πλημμυρισμένες από την ατελείωτη γονική αγάπη... Εκείνη τη στιγμή μπήκε ένα μεγαλύτερο παιδί ν’ αναζητήσει τη μητέρα του. Το παιδί αυτό είπε: «Χρόνο για παιχνίδι». Οι συντονιστές φάνηκε πως αυτό περίμεναν να ακούσουν. Κι  η μητέρα θυμήθηκε τότε την έκπληξη και τον προβληματισμό των γονιών. «Πώς γίνεται, αφού ως γονείς το παιχνίδι το θεωρούμε όλοι και σημαντικό και αυτονόητο, ωστόσο κανείς μας να μην το είχε αναφέρει; Μήπως δίνουμε τα πάντα για  να μεγαλώσει το παιδί ευτυχισμένο αλλά ξεχνάμε το οξυγόνο του, που είναι το παιχνίδι;»
 Αυτά είχαν αναμοχλευτεί στο νου της κι η μητέρα των παιδιών βάδιζε δίπλα τους με την βεβαιότητα πως έχουν πολλά να κερδίσουν όλοι τους από αυτή την «αναποδιά». Είδε τότε, δίπλα σε ένα μισογκρεμισμένο παλιό φράχτη, κάτι άγρια σπαράγγια.  
«Ωχ, παιδιά, για δέστε, έχει σπαράγγια εδώ!». 

  Η Έλλη δεν το πίστευε.  
«Θα μαζέψουμε κι όταν γυρίσουμε θα μ’ αφήσεις μαμά να σας φτιάξω ομελέτα; Έχω φανταστεί την τέλεια ομελέτα-πίτσα.»  
 Ο Λάμπρος της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και ξεφώνισε «τρελαίνομαι για τις ομελέτες της αδερφής μου!».  
«Ωραία, Έλλη» λέει η μαμά «εσύ θα είσαι ο μάγειρας κι εγώ η βοηθός σου». Μάζεψαν σπαράγγια και βραστικά, τα αγαπημένα τους. Όμως ο αέρας δυνάμωνε, ο ουρανός μαύριζε και τους βρήκαν οι πρώτες ψιχάλες. Ήταν κάμποσο μακριά απ’ το σπίτι. Η μαμά αγχώθηκε κι είχαν κοκκινίσει τα μάγουλά της. Τα παιδιά γελούσαν και ήταν χαρούμενα. Τέτοια συναρπαστική εμπειρία δεν την είχαν ξαναζήσει. Όταν γύρισαν σπίτι έσταζαν απ’ τη βροχή. Σε λίγο ήρθε κι ο μπαμπάς. Άλλαξαν κι έκατσαν κοντά στο τζάκι να ζεσταθούν. Μέχρι το βράδυ έβρεχε ασταμάτητα. Ετοίμασε την ομελέτα η Έλλη. Φάνταζε στα μάτια του αδερφού της σαν πολύ μεγαλύτερη και πιο γλυκιά απ’ ότι ήταν όταν έφτασαν στο νησάκι. 

Έπαιξαν ατελείωτες ώρες μαζί. Σε λίγο το σπίτι μοσχοβόλησε απ’ τη μυρωδιά του βραστικού. Το βράδυ επειδή ο Λάμπρος φοβόταν τις αστραπές κοιμήθηκε μαζί με την αδερφή του. Για κάμποση ώρα απ’ το δωμάτιο των παιδιών ακουγόταν κουβέντες και γέλια. Όταν κοιμήθηκαν η μαμά τα σκέπασε και τα φίλησε γλυκά. Η Έλλη, μισοκοιμισμένη, της είπε ότι παρακαλάει να σταματήσει για λίγο η καταιγίδα για να μαζέψουν κοχύλια αλλά αμέσως μετά να ξαναρχίσει για να μη φύγουν γρήγορα απ’ το νησί. 
Την άλλη μέρα ο ήλιος ήταν σκεπτικός και κρυβόταν πίσω απ’ τα σύννεφα. Ο μπαμπάς τους είπε ότι θα καθόταν άλλη μια μέρα. «Γιούπιιι!!!» πανηγύρισαν και τα δύο παιδιά. Η Έλλη πρότεινε να πάει με τη μαμά για τα κοχύλια κι ο μπαμπάς με τον Λάμπρο για ψάρεμα. Έτσι κύλισε άλλη μια μέρα χωρίς να το καταλάβουν! 

   Το βράδυ ακούσανε σε ένα παλιό  ράδιο «βραχέων κυμάτων» που είχε βρει ο μπαμπάς στον Φάρο κάτι παλαιϊκά τραγούδια, αλλά και τα νέα. Αυτή η καταιγίδα που έπιασε ήταν κάτι πρωτοφανές για την Ελλάδα. Πολλά παράκτια  μέρη είχαν πλημμυρίσει… 
«Τι να κάνουν άραγε ο παππούς και η γιαγιά;»
Θα προσπαθήσει αύριο ο μπαμπάς να τους πάρει τηλέφωνο από τα μηχανήματα του Φάρου.  
Πάνω στην κουβέντα για τα καμώματα του καιρού, ο μπαμπάς, όπως το συνήθιζε, «έστησε» σε δευτερόλεπτα  κάτι στιχάκια και τους τα απήγγειλε με τη ζεστή του φωνή:
«Με αφορμή ένα εγκλεισμό τώρα σαν κοινωνία
ας γίνουμε σοφότεροι , όχι μόνο βιβλία
διαβάζοντας και ψάχνοντας διαδικτύου αρχεία,
μα κοινωνώντας τις Αρχές πλούτου Κοινωνικού
Φιλίας , Γνώσης , Προκοπής  Παιδείας με ΥΓΕΙΑ»


  Στο νησάκι τους αυτή τη νύχτα είχε σχετική ηρεμία.  Φαίνεται ότι το «μάτι» της Καταιγίδας «Κορωνίς», έτσι την είπαν οι επιστήμονες, είχε φύγει μακριά τους.
Ο Λάμπρος κάπως κατεργάρικα, είπε στην αδελφή του:
«Έλλη, εκεί κοντά στον φράχτη που βρήκαμε τα σπαράγγια, παρατήρησα ότι έχει ένα παλιό πολυβολείο, σαν αυτά που έχουμε δει στην δικιά μας παραλία, δίπλα στην πόλη μας. Θα ήθελα να πάω να το δω από μέσα! 
Θα έρθεις μαζί μου αύριο; Αλλά μην πεις τίποτα στην μαμά γιατί δεν θα μας αφήσει..»
Η Έλλη σκέφτηκε λίγο. Η μαμά δεν θα τους άφηνε γιατί ανησυχεί μην πάθουν κακό, αλλά η ίδια είναι αρκετά μεγάλη που ξέρει να διακρίνει τέτοιους κινδύνους. Εξ’ άλλου όλοι στην οικογένεια, ακόμα κι ο μπαμπάς, ήξεραν πόσο φοβητσιάρα είναι η μαμά!  Αν ήξερε πόσα πράγματα είχαν εξερευνήσει αυτοί και οι φίλοι της τα τελευταία χρόνια, θα είχε πάθει εγκεφαλικό! 

 
Χα, χα, θα τον βοηθήσει τον μικρό. Φοβάται το σκοτάδι τώρα, αλλά δεν το λέει. Έχει και αυτή τώρα περιέργεια. Πρέπει να κάνει όμως μια συμφωνία μαζί του!
«Οκ. Θα πάμε, αλλά πρόσεξε! θα ακούς αυτά που σου λέω. Αλλιώς φεύγω κι έρχομαι κατευθείαν στη μαμά!»

   Την άλλη μέρα ο Λάμπρος και η αδελφή του είπαν στη μαμά τους ότι θα πάνε για χόρτα και πήγανε στο πολυβολείο. Στην είσοδό του είχε ένα σκάμμα, το οποίο ήταν στηριγμένο με ξερολιθιά. Τα άγρια χόρτα και κυρίως οι αγκαθωτοί θάμνοι, σαν τα μαλλιά  -«αφάνες» τα λέγανε στο χωριό της  μαμάς, αστοιβές ή  αστοιβιές  στο χωριό του μπαμπά- σε ξεγελούσαν, αλλά -το μάτι του Λάμπρου το είχε παρατηρήσει- στο μέσα μέρος αυτού του σκάμματος υπήρχε μια μικρή πορτίτσα κρυμμένη από ένα παλιοβάρελο, που απ’ τη σκουριά είχε γίνει ένα με τους βράχους… Αετίσιο μάτι ο μικρός…

Τα παιδιά πήραν κάτι παλιόξυλα από τον φράκτη και μ’ αυτά, αφού χτύπησαν τα αγκάθια, άνοιξαν δρομάκο, παραμέρισαν το βαρέλι και μπήκαν προσεκτικά μέσα. Είχε πολύ φως, μπροστά το πολυβολείο είχε δυο τεράστια παράθυρα -από κει θα ’βγάζαν τα πολυβόλα- κι από πάνω, στη μέση, είχε μια τρύπα.  Την τρύπα κάποιος στο παρελθόν είχε προσπαθήσει να φράξει με ένα κομμάτι μουσαμά, αλλά τώρα ο μουσαμάς κρεμόταν μισοσαπισμένος. Κάποιος στο παρελθόν είχε ανάψει και φωτιά σε μια γωνιά. Ήταν σίγουρο ότι κάποιοι είχαν ζήσει εδώ σε διαφορετικές εποχές. Ένα μεγάλο καφάσι, παλιό, ξύλινο, ένα σιδερένιο μπιτόνι  που έγραφε «Ύδωρ». Στον τοίχο διάφορες επιγραφές : “ΓΙΩΡΓΟΣ + ΑΝΝΑ = LOVE” -και καρδούλες-, «Ζήτω το Πολυτεχνείο» ... “Punks not dead”  και ιταλικά “desiderare vivere” .  Συγκράτησαν αυτές τις επιγραφές  κι έμαθαν πολλά για το παρελθόν, όταν αργότερα ρώτησαν τους μεγάλους. Ειδικά εκείνον τον Ιταλό φανταράκο που ευχόταν να ζήσει κατά την διάρκεια της Κατοχής, τον έβλεπαν μπροστά τους...

Με την βοήθεια του μπιτονιού και του μουσαμά ανέβηκαν από την τρύπα πάνω από το πυροβολείο.  Η μαμά είχε δίκιο:  Ένα μέτρο και μετά το απόλυτο κενό.

Η Έλλη σάστισε: «Μην κάνεις βήμα!» .

«Δεν είναι μαγεία;» ρώτησε ο Λάμπρος.

«Ναι, αλλά μην κάνεις βήμα και πάμε γρήγορα κάτω.»

Είχε δίκιο η μαμά της. Δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι ο Λάμπρος δεν θα πάει να κοιτάξει τον γκρεμό. Όμως υπάκουσε. Ίσως να φοβήθηκε κι αυτός. Τα παιδιά κατέβηκαν ήσυχα. Σχεδόν βουβά βγήκαν έξω.

«Να μαζέψουμε δυο χόρτα να μην προδωθούμε.»

Αργότερα όμως είπαν στους γονείς τους την περιπέτεια, καθώς ήθελαν να μάθουν για τα συνθήματα και την Ιστορία. Ο μπαμπάς τους απλά τους είπε ότι το νησάκι ήταν φρούριο των Ιταλών και των Γερμανών μετά τον καιρό της κατοχής και ότι έρχονται διάφοροι με βάρκες τα καλοκαίρια...Η μαμά μπορούσε να καταλάβει τα ιταλικά. Ο στρατιώτης που το έγραψε επιθυμούσε πολύ να ζήσει.

«Οι Punk ήταν κάποιοι νεολαίοι της εποχής μας με περίεργα μαλλιά που άκουγαν τα δικά τους τραγούδια...»

«Ο μπαμπάς σου για ένα διάστημα το έπαιζε Punk… Γρήγορα όμως το άλλαξε στα λαϊκά…»

«Λοιπόν παιδιά φαίνεται να ηρεμεί ο καιρός. Μάλλον αύριο θα έρθει το καραβάκι. Φεύγουμε!»

«Ωχ πάλι σχολείο. Καλά ήμουν εδώ σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο», είπε ο Λάμπρος.

«Δεν θέλεις να δεις τους φίλους σου;» τον ρώτησε η αδελφή του.

«Ε, ναι… Ας πάμε!» απάντησε ο Λάμπρος κάπως βαριά και μετά θυμήθηκε τον φίλο του, τον Γιώργο κι όλα αυτά που είχε να του πει και άρχισε να ανυπομονεί για την επιστροφή…  

Τα παιδιά θα θυμούνται για πάντα αυτή την περιπέτεια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

20 Χρόνια ΦΑΡΟΣ - «Η Οικογένεια του ΦΑΡΟΥ βραβεύεται»

  ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΑΜΙΑΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ